Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στάση στάσεις
γενική στάσης
& στάσεως
στάσεων
αιτιατική στάση στάσεις
κλητική στάση στάσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στάση < αρχαία ελληνική στάσις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsta.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στάση θηλυκό

  1. το σταμάτημα
    Περίμενε! Κάνε μια στάση!
  2. το μέρος όπου σταματά ένα μέσο μαζικής μεταφοράς
    Κατεβαίνω στην επόμενη στάση.
    Συνώνυμα:σταθμός
  3. το κάθε μέρος ενός φιλμ όπου αποτυπώνεται το φως των φωτογραφιών
    Έχω ένα παλιό φιλμ 24 στάσεων.
    Συνώνυμα:καρέ
  4. ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος ένα ζήτημα, τρόπος αντιμετώπισης
    όλοι περιμένουν να δουν ποια στάση θα κρατήσουν τα πολιτικά κόμματα απέναντι σ' αυτό το ζήτημα
    δεν μου αρέσει αυτή η παθητική στάση αναμονής
    • (ψυχολογία) ταυτόσημο του αγγλικού όρου ψυχολογίας: "attitude"
    • συμπεριφορικός τρόπος σκέψης, φερσίματος προς, συναισθήματος προς κάποιον ή κάτι
      • στάση, αντιμετώπιση, φέρσιμο, συμπεριφορά, διάθεση
  5. εξέγερση απέναντι σε μια νόμιμη εξουσία, ανταρσία
    η στάση του Νίκα
  6. ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κάθεται ή στέκεται ή γενικά κρατά το σώμα του
    πρόσεχε τη στάση σου όταν κάθεσαι τόσες ώρες, ειδάλλως θα καμπουριάσεις

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία