Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καρέ < γαλλική carré

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καρέ ουδέτερο άκλιτο

  1. στιγμιότυπο από κινηματογραφική ταινία ή κινούμενα σχέδια
  2. τμήματα σελίδας κόμικς όπου φαίνεται μια σκηνή
  3. ομάδα τεσσάρων ατόμων που παίζουν σε ένα χαρτοπαίγνιο
  4. (ποδόσφαιρο) η μικρή ή η μεγάλη περιοχή
  5. είδος εργόχειρου, κεντητού ή πλεκτού (με βελονάκι), τετράγωνου, σε αντίθεση με το σεμέν, που χρησιμοποιείται για τα υπόλοιπα σχήματα (οβάλ, παραλληλόγραμμο κλπ.)
  6. είδος κουρέματος των μαλλιών

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • συμπληρώθηκε το καρέ: ήρθε και ο τελευταίος που περιμέναμε

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • στο ποδόσφαιρο συνήθως χρησιμοποιείται στον πληθυντικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία