Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σταθμός σταθμοί
γενική σταθμού σταθμών
αιτιατική σταθμό σταθμούς
κλητική σταθμέ σταθμοί
πληθυντικός και σταθμά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σταθμός < αρχαία ελληνική σταθμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σταθμός αρσενικό

  1. το μέρος όπου περιμένουμε το λεωφορείο, το τρένο ή άλλο μέσο μεταφοράς.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία