Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
αρσενικό αρσενικό ουδέτερο
ονομαστική ο σταθμός οι σταθμοί τα σταθμά
      γενική του σταθμού των σταθμών των σταθμών
    αιτιατική τον σταθμό τους σταθμούς τα σταθμά
     κλητική σταθμέ σταθμοί σταθμά
Κατηγορία όπως «δεσμός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σταθμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σταθμός (χώρος στάθμευσης στρατιωτών, ταξιδιωτών) [1]
για το σταθμό οχημάτων < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική station
για τις εγκαταστάσεις < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική station
για το σημαντικό γεγονός < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική étape

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σταθμός αρσενικό (πληθυντικός οι σταθμοί) δείτε και σταθμά

  1. το μέρος όπου περιμένουμε το λεωφορείο, το τρένο ή άλλο μέσο μεταφοράς
    περιμένω στην αποβάθρα του σταθμού του τρένου
  2. ειδικές εγκαταστάσεις οργανισμού ή υπηρεσίας
    πυροσβεστικός σταθμός
    ραδιοφωνικός σταθμός
    υδροηλεκτρικός σταθμός της ΔΕΗ
  3. σημαντικό, κομβικό γεγονός που σημαδεύει την ιστορική εξέλιξη
    Η εργασία του Watson (Ουότσον) και του Crick (Κρικ) για το DNA υπήρξε σταθμός στην ιστορία της βιολογίας.
    Η γνωριμία μου με τον Χ ήταν σταθμός στη ζωή μου και στη καριέρα μου.

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • σταθμά (δεύτερος πληθυντικός, ουδέτερο με διαφορετική σημασία)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     πληθυντικός  
αρσενικό αρσενικό ουδέτερο
ονομαστική σταθμός οἱ σταθμοί τὰ σταθμᾰ́
      γενική τοῦ σταθμοῦ τῶν σταθμῶν τῶν σταθμῶν
      δοτική τῷ σταθμ τοῖς σταθμοῖς τοῖς σταθμοῖς
    αιτιατική τὸν σταθμόν τοὺς σταθμούς τὰ σταθμά
     κλητική ! σταθμέ σταθμοί σταθμά
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σταθμώ
γεν-δοτ τοῖν  σταθμοῖν
Και δεύτερος πληθυντικός όπως το «φυτόν».
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία