Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σταθμάρχης σταθμάρχες
γενική σταθμάρχη σταθμαρχών
αιτιατική σταθμάρχη σταθμάρχες
κλητική σταθμάρχη σταθμάρχες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σταθμάρχης < σταθμός + -άρχης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σταθμάρχης αρσενικό

  1. ο επικεφαλής ενός σταθμού (τρένων, λεωφορείων, χωροφυλακής κ.λπ.)
  2. ο επικεφαλής ενός τοπικού παραρτήματος της αμερικανικής υπηρεσίας πληροφοριών (CIA)
    Γκάφα του Λευκού Οίκου: Αποκάλυψε την ταυτότητα σταθμάρχη της CIA. Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε κατά λάθος το όνομα του επικεφαλής της CIA στο Αφγανιστάν. (...) Η λίστα με τα ονόματα 15 αξιωματούχων δόθηκε σε 6.000 άτομα, όπως αναφέρει το περιοδικό Time, με το όνομα του σταθμάρχη της CIA να συμπεριλαμβάνεται κανονικά στον κατάλογο. (*)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία