Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σταθμίζω < αρχαία ελληνική σταθμίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

σταθμίζω

  1. χειρίζομαι κάποιο όργανο για να βρω τη στάθμη
  2. (μεταφορικά) πριν πάρω κάποια απόφαση, αξιολογώ τα πιθανά αποτελέσματα μελετώντας όλες περιπτώσεις


ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σταθμίζω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

σταθμίζω

  1. ζυγίζω, προσδιορίζω το βάρος