Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βάρος τα βάρη
      γενική του βάρους των βαρών
    αιτιατική το βάρος τα βάρη
     κλητική βάρος βάρη
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάρος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βάρος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈva.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βά‐ρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάρος ουδέτερο

  1. (φυσική) το φυσικό μέγεθος που μετριέται με τη ζυγαριά και εξαρτάται από τη μάζα ενός σώματος και την επιτάχυνση της βαρύτητας (g)
    ένα σώμα έχει άλλο βάρος στη Γη και άλλο στη Σελήνη
    • το σωματικό βάρος ως δείκτης του πόσο αδύνατος ή παχύς είναι κάποιος
      πρέπει να κάνω δίαιτα και να χάσω βάρος
  2. (νομική) υποχρέωση που βαρύνει κάτι, π.χ. ακίνητο, φόρο, κληροδότημα, πλοίο, κ.λπ., ένεκα χρεών, υποθήκης, δουλείας κ.λπ.
  3. ένα βαρύ αντικείμενο
  4. κάτι που το αντιμετωπίζω ως δυσκολία, ως επίπονο έργο που με κάνει να δυσανασχετώ
    δε μου είναι καθόλου βάρος να σου κάνω την εξυπηρέτηση αυτή
    δε θέλουμε να σας γίνουμε βάρος
    ※  Ο Κωνσταντίνος είχε μόνο τις τιμές της βασιλείας, χωρίς ποτέ ν' αναλαμβάνει και τα βάρη της διοίκησης. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
  5. σωματική ή ψυχική ενόχληση
    νιώθω ένα βάρος στο στομάχι
    έχω ένα βάρος στην ψυχή μου, αλλά, άμα σου τα πω, θα ξαλαφρώσω
  6. η σημασία που δίνεται σε κάτι, η βαρύτητα
    έχει μεγάλο βάρος η γνώμη του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βάρος βάρει βάρη
Γενική βάρους βαροῖν βαρῶν
Δοτική βάρει βαροῖν βάρεσι(ν)
Αιτιατική βάρος βάρει βάρη
Κλητική βάρος βάρει βάρη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάρος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάρος ουδέτερο

  ΠηγέςΕπεξεργασία