Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάζα μάζες
γενική μάζας μαζών
αιτιατική μάζα μάζες
κλητική μάζα μάζες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάζα < αρχαία ελληνική μᾶζα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

μάζα 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάζα θηλυκό

  1. (φυσική) ποσότητα της ύλης που έχει ένα σώμα
  2. αντικείμενο χωρίς συγκεκριμένο σχήμα που διαλύεται εύκολα
    Πού βρέθηκε αυτή η μάζα από χνούδι κάτω από το κρεβάτι;
  3. πολλά άτομα μαζί με εννιαία συμπεριφορά

  Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  • αδρανειακή μάζα: (φυσική) η αδράνεια στη μεταφορική κίνηση
  • βαρυτική μάζα: (φυσική) το υπόθεμα της βαρύτητας
  • ψυχολογία της μάζας: (κοινωνιολογία) μελέτη της διαμόρφωσης συγκεκριμένης ψυχολογίας σε πολλά άτομα ταυτόχρονα με το ίδιο μέσο

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία