Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπόθεμα < υπό- + θέμα (< τίθεμαι = τοποθετούμαι, βρίσκομαι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπόθεμα ουδέτερο

  1. οτιδήποτε τοποθετείται ως βάση ή υποστήριγμα κάτω από κάτι άλλο
  2. φαρμακευτικό παρασκεύασμα στερεάς μορφής που εισάγεται με το χέρι ή με ειδικό εργαλείο στον πρωκτό ή τον κολεό, το υπόθετο
  3. το κατώτερο τμήμα του κορμού του δέντρου (εκεί που βρίσκονται οι ρίζες) στο οποίο προσκολλάται το εμβόλιο κατά τον εμβολιασμό, δίνοντας, έτσι, ένα νέο φυτό
  4. (ιατρική, εγκέφαλος) εγκεφαλικό τμήμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία