Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εμβόλιο τα εμβόλια
      γενική του εμβολίου των εμβολίων
    αιτιατική το εμβόλιο τα εμβόλια
     κλητική εμβόλιο εμβόλια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εμβόλιο < ελληνιστική υποκοριστικό αρχαία ελληνική ἔμβολον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εμβόλιο ουδέτερο

  1. (ιατρική), (φαρμακευτική): καλλιέργεια νεκρού ή ζώντος ιού, ή βακτηριδίου σε εξασθενημένη, ή αδρανοποιημένη μορφή, που δίνεται στον οργανισμό με ένεση, προκειμένου αυτός να αποκτήσει ανοσία στο συγκεκριμένο ιό χωρίς να νοσήσει
    Το διπλό εμβόλιο διφθερίτιδας και τετάνου περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας και τετάνου και χορηγείται ενδομυϊκά.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία