Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μικροοργανισμός οι μικροοργανισμοί
      γενική του μικροοργανισμού των μικροοργανισμών
    αιτιατική τον μικροοργανισμό τους μικροοργανισμούς
     κλητική μικροοργανισμέ μικροοργανισμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μικροοργανισμός < μικρόν + οργανισμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μικροοργανισμός αρσενικό

  1. ζωντανός οργανισμός, συνήθως μονοκύτταρος, με μέγεθος μικρότερο από 0,1 mm

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία