Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο οργανισμός οι οργανισμοί
      γενική του οργανισμού των οργανισμών
    αιτιατική τον οργανισμό τους οργανισμούς
     κλητική οργανισμέ οργανισμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔɾ.ɣa.ni.ˈzmɔs/

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οργανισμός < όργανο + -ισμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οργανισμός αρσενικό

  1. (βιολογία) κάθε ον που φέρει τις ιδιότητες της ζωής κι αποτελείται από ένα ή περισσότερα στοιχεία που έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και λειτουργίες κι αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους
  2. το σύνολο των οργάνων ενός όντος που επιτελούν τις λειτουργίες της ζωής
     συνώνυμα: κράση
  3. οι κανόνες συγκρότησης και οργάνωσης ενός φορέα ή μιας υπηρεσίας, ώστε να λειτουργεί με εύρυθμο και τελέσφορο τρόπο
    • (συνεκδοχικά) Οργανισμός : κάθε φορέας ή υπηρεσία με δημόσιο χαρακτήρα που λειτουργεί για την επίτευξη ενός στόχου
    • (συνεκδοχικά) Μη Κυβερνητικός Οργανισμός : ο οργανισμός που συγκροτείται από ιδιώτες και δεν έχει κερδοσκοπικούς σκοπούς, αλλά οικολογικούς, θρησκευτικούς, πολιτικούς, ειρηνιστικούς στόχους, τους οποίους επιδιώκει μέσω της ενημέρωσης του κοινού, της άσκησης πίεσης σε κυβερνητικούς παράγοντες κ.λπ.
    • (συνεκδοχικά) τα άτομα που στελεχώνουν τους παραπάνω φορείς

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία