Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κράση οι κράσεις
      γενική της κράσης
& κράσεως
των κράσεων
    αιτιατική την κράση τις κράσεις
     κλητική κράση κράσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κράση < αρχαία ελληνική κρᾶ(σις)ανάμειξη’ (παραδείγματος χάριν κρασιού με νερό) + -ση.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κράση θηλυκό

  1. Η ενέργεια και το αποτέλεσμα της ανάμειξης υγρών ή λιωμένων μετάλλων
  2. Η ιδιαίτερη φυσική διάθεση κάθε ανθρώπου, αλλιώς ιδιοσυγκρασία.
  3. συγκερασμός λέξεων
  • τὠληθές, Ιων. κράση αντί τὸ ἀληθές.
  • τὠπό, τὠποβαῖνον, Ιων. κράση αντί τὸ ἀπό, τὸ ἀποβαῖνον.
  • τὠργείου, Δωρ. κράση αντί Ἀργείου.
  • τὠρχαῖον, Ιων. κράση αντί τὸ ἀρχαῖον.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία