Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κορωνίδα οι κορωνίδες
      γενική της κορωνίδας των κορωνίδων
    αιτιατική την κορωνίδα τις κορωνίδες
     κλητική κορωνίδα κορωνίδες
όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κορωνίδα < αρχαία ελληνική κορωνίς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ko.ɾoˈni.ða/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κορωνίδα θηλυκό

  1. το γραπτό σημείο που δηλώνει την κράση
  2. το ανώτερο σημείο, το αποκορύφωμα
  3. (αρχιτεκτονική) το ανώτερο τμήμα του θριγκού
  4. (γλωσσολογία) η άκρη της γλώσσας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία