Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έκθλιψη εκθλίψεις
γενική έκθλιψης
& εκθλίψεως
εκθλίψεων
αιτιατική έκθλιψη εκθλίψεις
κλητική έκθλιψη εκθλίψεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έκθλιψη < αρχαία ελληνική ἔκθλιψις < ἐκθλίβω < ἐκ (έκ-) + θλίβω (πιέζω κάτι και το σπάω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έκθλιψη θηλυκό

  1. η παραγωγή χυμού από καρπούς (μήλα, ελιές, κλπ.) με τη χρήση μεγάλης πίεσης
  2. (γραμματική, γλωσσολογία) η αποβολή ενός φωνήεντος από το τέλος μιας λέξης η οποία προφέρεται πριν από λέξη με αρχικό φωνήεν

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία