Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πιέζω < αρχαία ελληνική πιέζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pisd- (πιέζω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pi.ˈɛ.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

πιέζω (παθητική φωνή: πιέζομαι)

  1. ασκώ δύναμη πάνω στην επιφάνεια ενός αντικειμένου
    πίεσα το κουμπί αλλά δεν έγινε τίποτα
     συνώνυμα: βαραίνω, ζουλώ, ζουπίζω, ζουπώ
  2. (μεταφορικά) προσπαθώ να αναγκάσω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του
    το λόμπι πιέζει την κυβέρνηση
     συνώνυμα: αναγκάζω, εξαναγκάζω
  3. (μεταφορικά) φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση
    μη με πιέζεις, αισθάνομαι ήδη άσχημα με όλη αυτή την κατάσταση!
     συνώνυμα: θλίβω, στενοχωρώ, στριμώχνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία