Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θέληση θελήσεις
γενική θέλησης
& θελήσεως
θελήσεων
αιτιατική θέληση θελήσεις
κλητική θέληση θελήσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θέληση < αρχαία ελληνική θέλησις < θέλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θέληση θηλυκό

  1. η βούληση, επιθυμία που δυνητικά οδηγεί σε δράση, το εσωτερικά κίνητρα ή οι επιθυμίες ενός ατόμου που εκδηλώνονται με ενέργειες προς κάποιο σκοπό


  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία