Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θέλησις λέξη των χριστιανικών χρόνων < αρχαία ελληνική θέλω και ἐθέλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θέλησις θηλυκό (καθαρεύουσα) θέληση

θέληση