Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασκώ < αρχαία ελληνική ἀσκέω, ἀσκῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ασκώ, πρτ.: ασκούσα, στ.μέλλ.: θα ασκήσω, αόρ.: άσκησα, παθ.φωνή: ασκούμαι, μτχ.π.π.: ασκημένος

  1. υποβάλλω κάποιον σε συστηματική εργασία για να αναπτύξω τις σωματικές του δυνάμεις ή τις πνευματικές του ικανότητες
    ασκώ το σώμα και το πνεύμα μου
     συνώνυμα: γυμνάζω, εξασκώ
  2. ενεργώ κατά έναν ορισμένο τρόπο
    ασκώ βία, ασκώ πίεση, ασκώ ένα επάγγελμα
  3. προχωρώ σε μια ενέργεια που προβλέπεται από νόμους ή κανονισμούς
    ασκώ το εκλογικό μου μου δικαίωμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία