Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φωνασκώ < καθαρεύουσα φωνασκῶ < αρχαία ελληνική φωνασκέω-ῶ < φωνή + ἀσκέω-ῶ (μαθαίνω να τραγουδώ/απαγγέλλω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

φωνασκώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία