Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φωνάζω < αρχαία ελληνική φωνέω-ῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

φωνάζω

  1. μιλώ με δυνατή φωνή για να ακουστώ καλά
  2. (σε κάποιον) επιπλήττω
    μη μου φωνάζεις εμένα, δεν είμαι κανένα μικρό παιδί
  3. καλώ κάποιον
    Τρομεραί θυγατέρες, // Εσάς φωνάζω, εσάς, // Τας Εριννύας (Α. Κάλβος, Εις Χίον, ΙΒ)
    Πρέπει να φωνάξουμε υδραυλικό
  4. (μόνο για ένζωα) αποκαλώ, ονομάζω
    Σε φωνάζουν Περσεφόνη ή Φόνη;

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • (το πράγμα) φωνάζει από μόνο του: είναι ολοφάνερο, "μιλάει" ξεκάθαρα χωρίς λέξεις, είναι πασιφανές

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία