Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δυνατός η δυνατή το δυνατό
      γενική του δυνατού της δυνατής του δυνατού
    αιτιατική τον δυνατό τη δυνατή το δυνατό
     κλητική δυνατέ δυνατή δυνατό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δυνατοί οι δυνατές τα δυνατά
      γενική των δυνατών των δυνατών των δυνατών
    αιτιατική τους δυνατούς τις δυνατές τα δυνατά
     κλητική δυνατοί δυνατές δυνατά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυνατός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δυνατός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.naˈtos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δυ‐να‐τός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δυνατός

  1. με μεγάλη σωματική δύναμη
    ο θείος μου είναι πολύ δυνατός, σηκώνει μεγάλα βάρη
     συνώνυμα: ρωμαλέος, κραταιός, άλκιμος
  2. ο άνθρωπος με υψηλές ικανότητες για κάτι
    οι δυνατοί φοιτητές έχουν μεγαλύτερες ελπίδες να πάρουν πτυχίο
  3. ο ικανός
  4. ο εφικτός
    δεν είναι νομικά δυνατή η εκδίωξη ενός κράτους μέλους από την ευρωζώνη
  5. που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση ή σφοδρότητα
    φυσούσε δυνατός άνεμος
  6. (στη βυζαντινή ιστορία, ως ουσιαστικό) αυτός που ανήκει στην ανώτερη κοινωνική τάξη των πλούσιων γαιοκτημόνων και των πολιτικών και στρατιωτικών αρχόντων (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ισχυρός:

καλογυμνασμένος:

εφικτός:

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυνατός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δυνατός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία