Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

yell (en)

  1. ουρλιάζω, ωρύομαι, « βάζω τις φωνές »
    he has yelled at him - του έβαλε τις φωνές