Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

φωνητική < ουσιαστικοποιημένο επίθετο, από το θηλυκό του επιθέτου φωνητικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φωνητική θηλυκό (μόνο στον ενικό, γενική: φωνητικής)

  1. επιστημονικός κλάδος της γλωσσολογίας που ασχολείται με την περιγραφή των ήχων της ομιλίας· μελετά την παραγωγή και την αντίληψή τους, καθώς και τις ακουστικές ιδιότητές τους
  2. ορθοφωνία, η εκμάθηση της χρήσης της φωνής, η άσκηση και η καλλιέργειά της για τη βελτίωσή της
    • μουσική ορθοφωνία, μαθήματα καθαρής άρθρωσης και χειρισμού της φωνής από τραγουδιστή

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • η φωνητική είναι συγγενής επιστήμη με τη φωνολογία, αλλά όχι ταυτόσημη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

φωνητική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία