Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φωνητικός η φωνητική το φωνητικό
      γενική του φωνητικού της φωνητικής του φωνητικού
    αιτιατική τον φωνητικό τη φωνητική το φωνητικό
     κλητική φωνητικέ φωνητική φωνητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φωνητικοί οι φωνητικές τα φωνητικά
      γενική των φωνητικών των φωνητικών των φωνητικών
    αιτιατική τους φωνητικούς τις φωνητικές τα φωνητικά
     κλητική φωνητικοί φωνητικές φωνητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φωνητικός < ελληνιστική κοινή φωνητικός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική phonétique)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φωνητικός

  1. σχετικός με τη φωνή
    οι φωνητικές χορδές
  2. (ουσιαστικοποιημένο) τα φωνητικά: το τμήμα ενός έργου όπου δεν εκτελείται η μουσική μόνον από άψυχα όργανα και μουσικούς, αλλά ακουγεται και ανθρώπινη φωνή
  3. (γλωσσολογία) σχετικός με τη φωνητική, τον κλάδο της γλωσσολογίας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία