Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ομιλία οι ομιλίες
      γενική της ομιλίας των ομιλιών
    αιτιατική την ομιλία τις ομιλίες
     κλητική ομιλία ομιλίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ομιλία < αρχαία ελληνική ὁμιλία < ὅμιλος < ὁμοῦ + -ιλος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔ.mi.ˈli.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ομιλία θηλυκό

  1. ο προφορικός λόγος, η πραγμάτωση της γλωσσικής ικανότητας με την εκφορά των φθόγγων που συγκροτούν λέξεις και προτάσεις, ηχόλογος, λόγος εκφερόμενος προφορικά ως ηχητικό ερέθισμα για τον ακροατή και θεατή
  2. ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται προφορικά ένα άτομο
  3. κείμενο που εκφωνείται προφορικά σε δημόσιες συγκεντρώσεις (πολιτικές, θρησκευτικές, επιστημονικές, εθνικές εορτές κλπ)
  4. Όταν υπάρχει λόγος και αφορμή για συζήτηση μεταξύ δύο ανθρώπων.
     συνώνυμα: λόγος, διάλεξη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη  όμιλος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία