Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ομιλητής οι ομιλητές
      γενική του ομιλητή των ομιλητών
    αιτιατική τον ομιλητή τους ομιλητές
     κλητική ομιλητή ομιλητές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ομιλητής < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ομιλητής αρσενικό

  1. αυτός που μιλάει
    • φυσικός ομιλητής: αυτός που έχει μια γλώσσα για μητρική του
  2. αυτός που εκφωνεί ένα λόγο, μια ομιλία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία