Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταφραστικό δάνειο < πιθανόν (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Lehnübersetzung ή αγγλική loan translationδείτε τις λέξεις: μεταφραστικός και δάνειο

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

μεταφραστικό δάνειο ουδέτερο

  1. δάνεια λέξη, όρος ή φράση που δημιουργείται σε μία γλώσσα από την πιστή ή ελεύθερη μετάφραση της αντίστοιχης λέξης, όρου ή φράσης της ξένης γλώσσας

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία