Άνοιγμα κυρίως μενού

Βικιλεξικό β

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μετάφραση μεταφράσεις
γενική μετάφρασης
& μεταφράσεως
μεταφράσεων
αιτιατική μετάφραση μεταφράσεις
κλητική μετάφραση μεταφράσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετάφραση < ελληνιστική κοινή μετάφρασις < μεταφράζω < μετά + φράζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mɛ.ˈta.fɾa.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μετάφραση θηλυκό

  1. η μεταφορά ενός γραπτού κειμένου ή προφορικού λόγου σε μία άλλη γλώσσα
  2. (συνεκδοχικά) το μεταφρασμένο κείμενο
  3. (μαθηματικά) (γεωμετρία) γεωμετρική ορολογία, εξίσωση μετακίνησης αντικειμένου σε συγκεκριμένη απόσταση

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία