Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  • Από το λατινικό translatio, μεταφορά. < Από το trans, διά, + το latio, εκ του latus, μετοχή του ανώμαλου ρήματος ferre, μεταφέρω, + την κατάληξη των ενεργητικών ουσιαστικών -io.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

translation (en)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  • Δείτε πιο πάνω, την αγγλική λέξη.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

translation (fr) θηλυκό

Mouvement de translation : κίνηση ενός σώματος κατά την οποία μια ευθεία που ανήκει σε αυτό το σώμα παραμένει παράλληλη.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία