Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φράζω < μεσαιωνική ελληνική φράζω < αρχαία ελληνική φράσσω και φράττω με μεταπλασμό κατά το έσταξα - στάζω.[1] Διαφορετική η ρίζα του αρχαιοελληνικού φράζω. Δεν σχετίζονται ετυμολογικά οι λέξεις φράξια, φρακάρω

  ΡήμαΕπεξεργασία

φράζω

  1. εμποδίζω την είσοδο ή τη διάβαση δημιουργώντας ένα φράγμα (εμπόδιο)
    η πελώρια μορφή του μου έφραξε την είσοδο
  2. κλείνω γύρω γύρω μια έκταση
      συνώνυμα: περιφράσσω, περικλείω
  3. (πληροφορική) επιβάλλω φραγή σε κάποιον, του απαγορεύω να επεξεργαστεί δεδομένα σε ένα δικτυακό τόπο
  4. (μεταβατικό και αμετάβατο) βουλώνω
    του έφραξε το στόμα με ένα μαντίλι
    ο νεροχύτης φράζει συνεχώς

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

φραζ-

φρασσ- (λόγιο)

φραχ- ή φρακ-

φρακ- + [s] > φραξ-

φραγ- και φρακ- πριν από [m]

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. φράζω στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φράζω, συγγενές της φράσης, αλλά αβέβαιης ετυμολογίας, πιθανόν ομόρριζο με τη λέξη φρήν

  ΡήμαΕπεξεργασία

φράζω

  1. μιλώ, εξηγώ, διασαφηνίζω, γνωστοποιώ, φανερώνω, δηλώνω, εκφράζω
  2. δείχνω κάτι, υποδεικνύω, οδηγώ
  3. συμβουλεύω
  4. διατάζω
  5. (μέσο) φράζομαι σκέφτομαι κάτι, το συζητώ με τον εαυτό μου, συλλογίζομαι, υποθέτω, σχεδιάζω

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Το ρήμα συντάσσεται:

  • Με αιτιατική: καὶ φράζουσι ἅ λέγει
  • Με δοτική και αιτιατική: τὰ τοιαῦτα τοῖς μαθηταῖς φράζουσιν
  • Με δοτική και ειδικό απαρέμφατο: ἀλλὰ ἐκέλευε φράσαι τοῖς ἑαυτοῦ ἱππεῦσιν ὑποδέχεσθαι
  • Με δοτική και ειδική πρόταση: φράζε Λυσίᾳ ὅτι ἠκούσαμεν λόγων

  ΑναφορέςΕπεξεργασία