Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γνωστοποιώ < γνωστός + ποιώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

γνωστοποιώ (παθητικό: γνωστοποιούμαι)

  1. κάνω γνωστό κάτι σε κάποιον, πληροφορώ για κάτι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία