Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμβουλεύω < αρχαία ελληνική συμβουλεύω < σύν + βουλεύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

συμβουλεύω

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία