Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πιστεύω < πίστις από τον τύπο έπιθον, β΄ αόρ. του πείθω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pi.ˈstɛ.vɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

πιστεύω

  1. έχω πίστη
    σε πιστεύω
  2. νομίζω
    πιστεύω πως δε λέει την αλήθεια

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πιστεύω ουδέτερο άκλιτο

  1. (στον ενικό) το σύμβολο της Πίστεως
  2. (κυρίως στον πληθυντικό) οι πεποιθήσεις ενός ανθρώπου, οι ιδέες
    υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που διώκονται για τα πολιτικά τους πιστεύω