Δείτε επίσης: ἰδέα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ιδέα οι ιδέες
      γενική της ιδέας των ιδεών
    αιτιατική την ιδέα τις ιδέες
     κλητική ιδέα ιδέες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιδέα < (λόγιο) αρχαία ελληνική ἰδέα
(νοητική παράσταση) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική idée[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /iˈðɛ.a/
συλλαβισμός: ι‐δέ‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιδέα θηλυκό

  1. νοητική παράσταση ενός όντος, αφηρημένης έννοιας κλπ
  2. ιδεώδες, ιδανικό
  3. γνώμη, αντίληψη
  4. σκέψη, σχέδιο, έμπνευση, σύλληψη που μπορεί να βοηθήσει στη λύση ενός προβλήματος
    είχα μια καλή ιδέα για να φτάσω πιο γρήγορα στον προορισμό μου
    χρειαζόμουν μια ιδέα για να λύσω το σταυρόλεξο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μιαν ιδέα: πολύ λίγο
  • δεν έχω ιδέα (από κάτι): δεν γνωρίζω τίποτα σχετικό, είμαι άσχετος
  • έχασα πάσαν ιδέα: απογοητεύτηκα από κάποιον ή κάτι που είχα σε μεγάλη εκτίμηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία