Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ιδέα οι ιδέες
      γενική της ιδέας των ιδεών
    αιτιατική την ιδέα τις ιδέες
     κλητική ιδέα ιδέες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιδέα < αρχαία ελληνική ἰδέα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.ˈðɛ.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιδέα θηλυκό

  1. νοητική παράσταση ενός όντος, αφηρημένης έννοιας κλπ
  2. ιδεώδες, ιδανικό
  3. γνώμη, αντίληψη
  4. σκέψη, σχέδιο, έμπνευση, σύλληψη που μπορεί να βοηθήσει στη λύση ενός προβλήματος
    είχα μια καλή ιδέα για να φτάσω πιο γρήγορα στον προορισμό μου
    χρειαζόμουν μια ιδέα για να λύσω το σταυρόλεξο

φιλοσ. «Είτε από την ομορφιά θαμπώνεται η ψυχή, είτε από την αλήθεια έλκεται, είτε από την αρετή συδαυλίζεται, γρήγορα πρέπει ν΄ αποκοπεί από τα είδωλα, γιατί αν συχνάζει σ΄ αυτά δεν θα ιδεί ποτέ την ιδέα». Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος «Εισαγωγή στον Πλάτωνα», 1941

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μιαν ιδέα: πολύ λίγο
  • δεν έχω ιδέα (από κάτι): δεν γνωρίζω τίποτα σχετικό, είμαι άσχετος
  • έχασα πάσαν ιδέα: απογοητεύτηκα από κάποιον ή κάτι που είχα σε μεγάλη εκτίμηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία