Ελληνικά (el) Edit

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έμπνευση εμπνεύσεις
γενική έμπνευσης
& εμπνεύσεως
εμπνεύσεων
αιτιατική έμπνευση εμπνεύσεις
κλητική έμπνευση εμπνεύσεις

  Ετυμολογία Edit

έμπνευση < ελληνιστική κοινή ἔμπνευσις < αρχαία ελληνική ἐμπνέω < ἐν + πνέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pnew- (πνέω) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική inspiration)

  ΠροφοράEdit

ΔΦΑ : /ˈɛm.bnɛf.si/

  ΟυσιαστικόEdit

έμπνευση θηλυκό

Συγγενικές λέξειςEdit

  ΜεταφράσειςEdit