Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀποτέλεσμα

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποτέλεσμα αποτελέσματα
γενική αποτελέσματος αποτελεσμάτων
αιτιατική αποτέλεσμα αποτελέσματα
κλητική αποτέλεσμα αποτελέσματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποτέλεσμα < αρχαία ελληνική ἀποτέλεσμα < ἀποτελέω / ἀποτελῶ < ἀπό + τελέω / τελῶ < τέλος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷel- (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική résultats)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.pɔ.ˈtɛ.lɛ.zma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αποτέλεσμα ουδέτερο

  1. το προϊόν ή η κατάσταση που προκύπτει από την ολοκλήρωση ή κατάληξη κάποιας εργασίας ή ενέργειας
  2. η ετυμηγορία για την κατάληξη μιας εξεταστικής (ή άλλης) διαδικασίας (ανακοίνωση επιτυχώντων και αποτυχώντων)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία