Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τέλος τα τέλη
      γενική του τέλους των τελών
    αιτιατική το τέλος τα τέλη
     κλητική τέλος τέλη
όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέλος < αρχαία ελληνική τέλος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈte.los/
συλλαβισμός: τέ‐λος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέλος ουδέτερο

  1. το σημείο πέραν του οποίου δε συνεχίζεται μια ενέργεια ή ένα πράγμα, το έσχατο σημείο, το πέρας
    τα τέλη του αιώνα
    το τέλος του δρόμου
    το τέλος της σχέσης μας
    το τέλος του κόσμου
  2. (μεταφορικά) ο θάνατος
  3. (οικονομία) ο φόρος, ο δασμός (συνήθως στον πληθυντικό: τα τέλη)
    τέλος ακίνητης περιουσίας
    τα τέλη κυκλοφορίας

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέλος < τελ- με δυσχερή αναγωγή στην πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷel- (κινώ, στρίβω) λόγω των τύπων τελεσ-[1] • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέλος ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία