Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τέλος τα τέλη
      γενική του τέλους των τελών
    αιτιατική το τέλος τα τέλη
     κλητική τέλος τέλη
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέλος < αρχαία ελληνική τέλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷel- (κινώ, στρίβω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈtɛ.lɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέλος ουδέτερο

  1. το σημείο πέραν του οποίου δεν συνεχίζεται μια ενέργεια ή ένα πράγμα, το έσχατο σημείο, το πέρας
    τα τέλη του αιώνα
    το τέλος του δρόμου
    το τέλος της σχέσης μας
    το τέλος του κόσμου
  2. πληθυντικός τα τέλη ο φόρος, ο δασμός
    τα τέλη κυκλοφορίας
  3. ο θάνατος

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία