Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πέρας τα πέρατα
      γενική του πέρατος των περάτων
    αιτιατική το πέρας τα πέρατα
     κλητική πέρας πέρατα
όπως «κρέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πέρας < αρχαία ελληνική πέρας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πέρας ουδέτερο

  1. το τέρμα, το τέλος,
  2. η ολοκλήρωση
    κηρύσσω το πέρας των εργασιών

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • φέρνω εις πέρας: τελειώνω (κάτι)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία