Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.

Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Προς μορφοποίηση: Να χωριστούν οι μεταφράσεις. Δεν υπάρχει 'αρίθμηση' στους ορισμού, μόνον 'σημασίες' Sarri.greek 22:08, 30 Ιουλίου 2021 (UTC).



Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σημείο τα σημεία
      γενική του σημείου των σημείων
    αιτιατική το σημείο τα σημεία
     κλητική σημείο σημεία
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σημείο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σημεῖον| < σῆμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σημείο ουδέτερο

  1. μια συγκεκριμένη θέση στο χώρο ή το χρόνο
  2. μέρος κειμένου ή λόγου
    το αναφέρεις/γράφεις/λες σε τρία διαφορετικά σημεία
  3. σχήμα, σύμβολο, γραφική παράσταση
    το σημείο του σταυρού
    τα σημεία στίξης
  4. {{ετ|φυσική} σώμα με απειροελάχιστες ή μηδενικές διαστάσεις που αντιπροσωπεύει ένα ιδανικό αντικείμενο (αλλά μη υπαρκτό στην πραγματικότητα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • διασκορπισμένο στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα: διασκορπισμένο παντού
  • νικώ στα σημεία: νικώ βάσει απόφασης κριτών όταν ο αγώνας έχει λήξει ισόπαλος
  • σημεία των καιρών: φαινόμενα και καταστάσεις που χαρακτηρίζουν γενικότερα μια εποχή
  • σημείο αναφοράς: κάτι που αποτελεί επίτευγμα, μέτρο σύγκρισης ή παράδειγμα προς μίμιση
  • τρωτό/αδύνατο/ευάλωτο σημείο: αδυναμία, κάτι ή κάποιο χαρακτηριστικό που κάνει το όλο ευπρόσβλητο, (μεταφορικά) ελάττωμα (χαρακτήρα), ατέλεια, χαρακτηριστικό που κάνει κάτι ή κάποιο να υπολείπεται των άλλων
  • η υπερβολική προσκόλλησή τους στην ποιότητα ήταν το μοναδικό τρωτό τους σημείο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία