Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σημείο σημεία
γενική σημείου σημείων
αιτιατική σημείο σημεία
κλητική σημείο σημεία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σημείο < αρχαία ελληνική σημεῖον < σῆμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σημείο ουδέτερο

  1. μια συγκεκριμένη θέση στο χώρο ή το χρόνο
  2. μέρος κειμένου ή λόγου
    • το αναφέρεις/γράφεις/λες σε τρία διαφορετικά σημεία
  3. σχήμα, σύμβολο, γραφική παράσταση
    • το σημείο του σταυρού
    • τα σημεία στίξης
  4. (φυσική) σώμα με απειροελάχιστες ή μηδενικές διαστάσεις που αντιπροσωπεύει ένα ιδανικό αντικείμενο (αλλά μη υπαρκτό στην πραγματικότητα)
  5. (ψυχιατρική) κατάσταση ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζει συγκεκριμένη ψυχική ασθένεια

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • διασκορπισμένο στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα: διασκορπισμένο παντού
  • νικώ στα σημεία: νικώ βάσει απόφασης κριτών όταν ο αγώνας έχει λήξει ισόπαλος
  • σημεία των καιρών: φαινόμενα και καταστάσεις που χαρακτηρίζουν γενικότερα μια εποχή
  • σημείο αναφοράς: κάτι που αποτελεί επίτευγμα, μέτρο σύγκρισης ή παράδειγμα προς μίμιση
  • τρωτό/αδύνατο/ευάλωτο σημείο: αδυναμία, κάτι ή κάποιο χαρακτηριστικό που κάνει το όλο ευπρόσβλητο, (μεταφορικά) ελάττωμα (χαρακτήρα), ατέλεια, χαρακτηριστικό που κάνει κάτι ή κάποιο να υπολείπεται των άλλων
  • η υπερβολική προσκόλλησή τους στην ποιότητα ήταν το μοναδικό τρωτό τους σηεμίο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία