Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κριτήριο κριτήρια
γενική κριτηρίου
& κριτήριου
κριτηρίων
& κριτήριων
αιτιατική κριτήριο κριτήρια
κλητική κριτήριο κριτήρια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κριτήριο < αρχαία ελληνική κριτήριον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κριτήριο ουδέτερο

  1. χαρακτηριστικό ενός προσώπου, πράγματος ή κατάστασης που λαμβάνεται υπόψη πριν οδηγηθούμε σε μια απόφαση ή χρησιμεύει σε μια διαδικασία επιλογής
  2. (παρωχημένο) δικαστήριο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία