Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οπτική γωνία οπτικές γωνίες
γενική οπτικής γωνίας οπτικών γωνιών
αιτιατική οπτική γωνία οπτικές γωνίες
κλητική οπτική γωνία οπτικές γωνίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οπτική γωνία < οπτική + γωνία ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική point de vue)

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

οπτική γωνία θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) η γωνία ανάμεσα στην ευθεία μπροστά από κάποιο αντικείμενο και τον παρατηρητή που το παρατηρεί
  2. (μεταφορικά) ο τρόπος που κάποιος αντιλαμβάνεται κάποιο ζήτημα ή θέμα, η προσωπική του προσέγγιση σ’ αυτό
      συνώνυμα: πρίσμα, πλευρά, σκοπιά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία