Δείτε επίσης: γωνιά

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γωνία οι γωνίες
      γενική της γωνίας των γωνιών
    αιτιατική τη γωνία τις γωνίες
     κλητική γωνία γωνίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γωνία < αρχαία ελληνική γωνία (η γωνία, η γωνιά, η κώχη και το γωνιόμετρο, το όργανο του ξυλουργού)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɣɔ.ˈni.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γωνία θηλυκό

  1. (γεωμετρία) ο χώρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ευθείες που τέμνονται, κοντά στο σημείο τομής τους
    οξεία, ορθή, αμβλεία γωνία
  2. το μέρος όπου συναντιώνται δυο δρόμοι
    υπάρχει ένα φανάρι στη γωνία του δρόμου
     συνώνυμα: γωνιά
  3. το ακριανό μέρος ενός χώρου, ο χώρος που σχηματίζεται ανάμεσα σε γειτονικές πλευρές ή επιφάνειες
    βάλε το κιβώτιο στη γωνία του δωματίου
     συνώνυμα: γωνιά
  4. το ακριανό μέρος ενός ψωμιού
    όλο θες να τρως τη γωνία, άφησέ την και στους άλλους!

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια