Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παραγώνι τα παραγώνια
      γενική του παραγωνιού των παραγωνιών
    αιτιατική το παραγώνι τα παραγώνια
     κλητική παραγώνι παραγώνια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραγώνι < παρά + γωνιά +

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παραγώνι ουδέτερο

  1. ο χώρος μπροστά στο τζάκι
  2. (συνεκδοχικά) το τζάκι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία