Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

corner (en)

  1. η γωνία
  2. (αθλητισμός) το κόρνερ

  ΡήμαΕπεξεργασία

corner (en)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kɔʁ.ne/

  ΡήμαΕπεξεργασία

corner (fr) (αμετάβατο)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kɔʁ.nɛʁ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

corner (fr) αρσενικό