Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άκρη άκρες
γενική άκρης ακρών
αιτιατική άκρη άκρες
κλητική άκρη άκρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άκρη < αρχαία ελληνική ἄκρα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.kɾi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άκρη θηλυκό

  1. το αρχικό ή το τελευταίο σημείο ή όριο
    οι δύο άκρες του σκοινιού
  2. γωνιακό ή απόμερο σημείο
    κάθισε σε μια άκρη μόνος του

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • απ' άκρη σ' ακρη: παντού
    έψαξα όλο το κείμενο, απ' άκρη σ' ακρη, και δεν βρήκα πουθενά τη λέξη που λες ότι ήταν γραμμένη
  • αφήνω στην άκρη: σταματάω να χρησιμοποιώ
  • μόνο αν αφήσετε στην άκρη τις προκαταλήψεις θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε στην κουβέντα
  • βάζω στην άκρη:
  • βγάζω άκρη: ξεκαθαρίζω, ξεμπερδεύω μία κατάσταση, καταλαβαίνω τι έχει γίνει (μσν βγαίνω εἰς τήν ἄκραν)
    δεν μπορεί κανείς να βγάλει άκρη έτσι όπως τα λες
  • βρίσκω την άκρη: βγάζω άκρη
  • έχω άκρες: έχω γνωριμίες που μπορούν να με εξυπηρετήσουν
  • κάνω στην άκρη: παραμερίζω ώστε να περάσει κάποιος άλλος ή να πάρει τη θέση μου κάποιος άλλος
  • μέσες άκρες: πάνω κάτω, περίπου
  • όπου με βγάλει η άκρη: (αναφερόμενος σε ξεκίνημα μιας ενέργειας) αδιαφορώ για το αποτέλεσμα, ότι τύχει, ότι βγει
  • τραβώ στην άκρη: κάνω στην άκρη

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • το ταυτόσημο "άκρια" είναι δύσχρηστο στις εκφράσεις (που περιέχουν το "άκρη") και χρησιμοποιείται σπάνια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία