Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

krawędź 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

krawędź (pl) θηλυκό

  1. η άκρη (επιφάνειας)
  2. (ειδικότερα) η ακμή κοφτερού αντικειμένου, η κόψη
  3. (στερεομετρία) η ακμή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία