Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κόψη οι κόψεις
      γενική της κόψης
& κόψεως
των κόψεων
    αιτιατική την κόψη τις κόψεις
     κλητική κόψη κόψεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόψη < μεσαιωνική ελληνική κόψις < κόβω < αρχαία ελληνική κόπτω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόψη θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη: κόβω

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  • η κόψη του χεριού: το πλαϊνό μέρος του χεριού, προς το μικρό δάχτυλο (τον ωτίτη), που μπορεί να χτυπάει κάτι για να το σπάσει

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • (βρίσκεται) στην κόψη του ξυραφιού: για κάποιον που βρίσκεται σε μια δύσκολη κατάσταση και είναι δυνατόν ανά πάσα στιγμή να αποτύχει και να καταστραφεί

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία