Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κοφτερός η κοφτερή το κοφτερό
      γενική του κοφτερού της κοφτερής του κοφτερού
    αιτιατική τον κοφτερό την κοφτερή το κοφτερό
     κλητική κοφτερέ κοφτερή κοφτερό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κοφτεροί οι κοφτερές τα κοφτερά
      γενική των κοφτερών των κοφτερών των κοφτερών
    αιτιατική τους κοφτερούς τις κοφτερές τα κοφτερά
     κλητική κοφτεροί κοφτερές κοφτερά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοφτερός < μεσαιωνική ελληνική κοπτερός < αρχαία ελληνική κόπτω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κοφτερός, -ή, -ό

  1. που κόβει πολύ καλά
    κοφτερό μαχαίρι
  2. (μεταφορικά) εύστροφος
    κοφτερό μυαλό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία