Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πλευρά οι πλευρές
      γενική της πλευράς των πλευρών
    αιτιατική την πλευρά τις πλευρές
     κλητική πλευρά πλευρές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλευρά < αρχαία ελληνική πλευρά

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /plɛˈvɾa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλευρά θηλυκό

  1. ένα ευθύγραμμο τμήμα ενός επίπεδου γεωμετρικού σχήματος
  2. ένα επίπεδο τμήμα της εξωτερικής επιφάνειας ενός στερεού σώματος
  3. το μέρος της εξωτερικής επιφάνειας ενός στερεού σώματος που φαίνεται από μία συγκεκριμένη οπτική γωνία
    • η σκοτεινή πλευρά της Σελήνης
  4. η μία από τις δύο περιοχές μίας επιφάνειας (ή μέρους της) που ορίζονται από μία (νοητή) γραμμή (που δεν ενώνεται ή τέμνει τον εαυτό της)
    • στην Κύπρο οδηγούν στη δεξιά πλευρά του δρόμου
  5. η μία από τις δύο περιοχές του χώρου (ή ενός σώματος ή κλειστού χώρου) που ορίζονται από μία (νοητή) ανοικτή επιφάνεια
    • κατευθυνθείτε προς τη δεξιά πλευρά του πλοίου
  6. (μεταφορικά) οπτική γωνία, άποψη, όψη
    • να δούμε όλες πλευρές του θέματος
  7. (μεταφορικά) η αντίθετη άποψη
    • οφείλεις πάντα να ακούς και την άλλη πλευρά
  8. το μέρος του κορμού του ανθρώπινου σώματος μεταξύ της πλάτης και του στήθους/κοιλιακής χώρας
  9. το μέρος του κορμού του σώματος ενός ζώου μεταξύ της ράχης ή πλάτης και του στήθους/κοιλιακής χώρας


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

πλευρά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό