Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο θώρακας οι θώρακες
      γενική του θώρακα των θωράκων
    αιτιατική τον θώρακα τους θώρακες
     κλητική θώρακα θώρακες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θώρακας < αρχαία ελληνική θώραξ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈθo.ɾa.kas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θώρακας αρσενικό

  1. μέρος του σώματος: το ανώτερο μέρος του κορμού, μεταξύ του λαιμού και της κοιλιάς, που προστατεύεται από τα πλευρά· στη θωρακική κοιλότητα περικλείονται οι πνεύμονες και η καρδιά
  2. αμυντικό όπλο που προφύλασσε τον κορμό
  3. ιατρικό στήριγμα θώρακος - θώρακα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία